Ο συγγραφέας έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου του ζώντας μόνος του για δύο χρόνια και δύο μήνες σε μια καλύβα που έχτισε ο ίδιος το 1854 δίπλα στη λίμνη Oυόλντεν, μακριά από τον πολιτισμό και τις “ανέσεις” του. Στο βιβλίο του στηλιτεύει την αστική ζωή και τον πλούτο που διαρκώς συσσωρεύουν οι άνθρωποι, μοχθώντας σε όλη τους τη ζωή να αποκτήσουν σπίτια και κτήματα.
Αυτός μόχθος είναι άσκοπος, καθώς στο τέλος ” αυτό που αναλογεί στον καθένα μας δεν είναι παρά ένα κομματάκι γης στο οποίο θα τον θάψουν”. Γιατί ο άνθρωπος να νοιάζεται να πολλαπλασιάσει τα υπάρχοντά του και να “πλακώνεται από το αβάσταχτο φορτίο” της περιουσίας του, αφού τα πλούτη του θα τα φάει η σκουριά;
Σε άλλο σημείο θίγει την έλλειψη ελεύθερου χρόνου στον εργαζόμενο, φαινόμενο επίκαιρο και στις ημέρες μας, γράφοντας πως ο εργαζόμενος δεν έχει χρόνο για κοινωνικές σχέσεις και μετατρέπεται ουσιαστικά σε μια παραγωγική μηχανή. Από το άγχος της επιβίωσης και το φόβο μήπως ο χρόνος που θα χάσει αποβεί εις βάρος της δουλειάς του δουλεύει σκληρά, χωρίς να βρίσκει την ευκαιρία “να αναρωτηθεί για την άγνοιά του” σε διάφορα θέματα. Το πρώτο βήμα για την εξύψωσή μας είναι να συνειδητοποιήσουμε την άγνοιά μας, “το να γνωρίζουμε ότι γνωρίζουμε εκείνα που γνωρίζουμε, καθώς και ότι δε γνωρίζουμε εκείνα που δε γνωρίζουμε, αυτή είναι η αληθινή γνώση”.
Ο άνθρωπος στις πόλεις κατά τον Θορώ είναι “αιχμάλωτος και σκλάβος της εικόνας που έχει φτιάξει για τον εαυτό του”, έχει επιλέξει μια αδιέξοδη ζωή και μαστιγώνει τον εαυτό του για να την υπομείνει. Η ζωή αυτή όμως είναι συνειδητή επιλογή μας, “ό,τι πιστεύει κανείς για τον εαυτό του, αυτό είναι που προμηνύει την μοίρα του”. Σκοτώνουμε το χρόνο μας σε άχρηστες και ματαιόδοξες δραστηριότητες αλλά τραυματίζουμε την αιωνιότητα, γιατί ο άνθρωπος είναι πλασμένος για υψηλά και αθάνατα έργα. Η ζωή είναι κατά τον Θορώ ένα πείραμα που πρέπει να δοκιμάσουμε για να αποκτήσουμε εμπειρίες και άποψη για τα πράγματα. Οι απόψεις των άλλων και η υποτιθέμενη πείρα των μεγαλυτέρων δεν μπορεί να αποτελούν γνώμονα για τις δικές μας πράξεις, διότι διέπονται από προκαταλήψεις και άγνοια. Υπάρχει μια δική μας εσωτερική φωνή, μια διαίσθηση, κάτι σαν το “δαιμόνιο” του Σωκράτη που μας καλεί να πράξουμε αυτό που εμείς θεωρούμε σωστό, να προβούμε σε αλλαγές στον τρόπο ζωής μας.
Υπέρμαχος της λιτής ζωής πιστεύει πως τα απαραίτητα για τη ζωή του ανθρώπου είναι λίγα (τροφή, ρουχισμός, καταφύγιο, καύσιμα). Με αυτά εξασφαλίζει την απαραίτητη για τη ζωή θερμότητα. Οι πλούσιοι ζώντας μέσα στην χλιδή “υπερθερμαίνονται” τρόπον τινά αναζητώντας πολυτελέστερο καταφύγιο-σπίτι και ρουχισμό. Ο πλούτος τους όμως είναι εμπόδιο στην εξύψωσή τους. Οι σοφότεροι άνθρωποι της γης έζησαν εθελουσίως λιτά και απλά. Ειδικότερα ως προς το ρουχισμό γράφει πως η στάση μας απέναντί του καθορίζεται κυρίως από την τάση μας να αγοράσουμε κάτι καινούριο και από τη γνώμη των άλλων παρά από την πραγματική του χρησιμότητα. Στηλιτεύει την τάση να αλλάζουμε συνεχώς ρούχα προκειμένου να είμαστε πάντα στη μόδα. “Πιο πολύ σημασία δίνουμε στο κοστούμι παρά στον άνθρωπο που το φοράει”, “αν όμως το δικό μου σακάκι και παντελόνι είναι κατάλληλα για να τα φοράω όταν προσεύχομαι στο Θεό , τότε είναι κατάλληλα και για όλα τα άλλα”, “να δυσπιστείτε απέναντι σε κάθε εγχείρημα που απαιτεί καινούρια ρούχα αντί για καινούριους ανθρώπους”, “δεν πιστεύουμε πια ούτε στις τρεις Χάριτες, ούτε στις τρεις Μοίρες, μόνον στη θεά Μόδα, αυτή είναι που κόβει, ράβει και υφαίνει και έχει όλη την εξουσία πάνω στις ζωές μας”. Οι άνθρωποι πολλές φορές απολαμβάνουν το σεβασμό των άλλων με βάση το φαίνεσθαι και όχι το είναι τους και την ηθική τους διάσταση. Πρώτα πρέπει να ανανεώσουμε τους εαυτούς μας και μετά τη γκαρνταρόμπα μας, “τα ρούχα μας είναι το εξωτερικό απονεκρωμένο στρώμα της επιδερμίδας μας, το πιο ασήμαντο κομμάτι του θνητού μας κορμιού”, ” τα πιο χοντρά ρούχα που φοράμε συνέχεια είναι η κυτταρική μας μεμβράνη και ο φλοιός μας”. Ο σκόπος της βιομηχανίας ρούχων είναι ,όπως λέει αλλού, όχι να ντυθεί καλά η ανθρωπότητα αλλά να πλουτίσουν οι εταιρείες. Τις μόδες καθορίζουν οι άσωτοι και οι πλούσιοι και προσπαθούν να τις επιβάλλουν στο κοπάδι.
Όσον αφορά στην κατοικία μας ο Θορώ λέει πως αγωνιζόμαστε να αποκτήσουμε με θυσίες το δικό μας σπίτι, χρεώνοντας τους εαυτούς μας με οικονομικά βάρη ασήκωτα και στο τέλος όταν το αποκτάμε, αντί να το κατέχουμε εμείς, εκείνο είναι που μας εξουσιάζει, καθώς πολλές φορές είναι δύσχρηστο. Το σπίτι μας πρέπει να είναι λιτό, όπως και η ζωή μας, χωρίς άχρηστα είδη που μας επιφορτίζουν με επιπλέον άσκοπες δουλειές, με άχρηστο ξεσκόνισμα, ενώ αυτό που θα πρέπει να μας αφορά είναι το “ξεσκόνισμα της επίπλωσης του μυαλού μας”. Ας γεμίσουμε τα σπίτια μας με ομορφιά στα σημεία που έρχονται σε επαφή με τις ζωές μας και με τις καθημερινές μας ανάγκες, μην τα κάνουμε υπερπολυτελή και φανταχτερά, γεμάτα με άχρηστα πράγματα, μόνο και μόνο για να εντυπωσιάζουμε τους άλλους. Οι ζωές των ενοίκων του σπιτιού έχουν μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το σπίτι, η περίτεχνη εντυπωσιακή αρχιτεκτονική δεν προκύπτει από κάποια ουσιώδη ανάγκη του ανθρώπου και γι’ αυτό είναι περιττή.
Ο Θορώ δεν αρνείται τη ζωή σε πολιτισμένες κοινωνίες, αλλά αναρωτιέται ” είναι αδύνατον να συνδυάσει κανείς την ευρωστία των αγρίων με την πνευματικότητα του πολιτισμένου ανθρώπου;”. Μπορούμε να ζήσουμε εξασφαλίζοντας τα θετικά του πολιτισμού χωρίς να υποφέρουμε από τα αρνητικά του, αρκεί να έχουμε σαφή γνώση κάθε φορά των πραγματικών μας αναγκών. Οι άνθρωποι παλιά είχαν ως μόνο εργαλείο τα χέρια τους, τώρα όμως έχουν γίνει οι ίδιοι “εργαλεία των εργαλείων τους” χάνοντας ένα μεγάλο κομμάτι της ελευθερίας τους και της επαφής τους με τη φύση. “Ο πολιτισμένος άνθρωπος δεν είναι παρά ένας πιο έμπειρος και σοφός άγριος” και μπορεί να δημιουργήσει έναν πολιτισμό ανώτερο, αρκεί να συνδυάζει τη ζωή του με την αρμονική συμβίωση με τη φύση.
Καλεί τους ανθρώπους να έρθουν σε επαφή με τη φύση που είναι η ίδια η φύση τους, κομμάτι από τους εαυτούς τους, πλασμένη από το ίδιο υλικό με αυτούς. Και μόνον η παρατήρηση της φύσης χωρίς καμία παρέμβαση γεμίζει τον άνθρωπο χαρά, “είναι αλήθεια πως δε βοήθησα ποτέ τον ήλιο να ανατείλει, μου φτάνει όμως που ήμουν παρών όταν το έκανε”, “για πολλά χρόνια διετέλεσα αυτόκλητος επιθεωρητής της χιονοθύελλας και της καταιγίδας και εκτελούσα το καθήκον μου με ζήλο και προσήλωση”. Ο άνθρωπος έχει ενστικωδώς ανάγκη να γνωρίσει τη φύση, αναζητά σε αυτήν τον πρωτόγονο εαυτό του.
Ο Θορώ μάς καλεί να ζήσουμε τη ζωή σε βάθος εως το μεδούλι της, να μην αφήνουμε εργασίες που μπορούμε να κάνουμε εμείς οι ίδιοι σε άλλους, διότι έτσι χάνουμε τη μαγεία της δημιουργίας και της συμμετοχής στο πείραμα της ζωής. Μόνον μέσω της εμπειρίας και της πράξης ζούμε αληθινά και ανακαλύπτουμε τον κόσμο γύρω μας. Καυτηριάζει τα συνεχή τεχνολογικά άλματα της εποχής του γράφοντας πως “οι εφευρέσεις συχνά είναι όμορφα παιχνίδια που αποσπούν την προσοχή μας από τα σοβαρά ζητήματα”. Για την χρήση του τηλεγράφου π.χ. αναφέρει -θα μπορούσαμε να πούμε κάτι αντίστοιχο για το κινητό τηλέφωνο στις ημέρες μας- πως το θέμα δεν είναι να μιλάμε γρήγορα αλλά λογικά.
O Θορώ τονίζει την αξία του πνεύματος σε αντιδιαστολή με την ευτέλεια της ύλης, την αξία της πνευματικής καλλιέργειας σε αντιδιαστολή με την ματαιοδοξία της επιδίωξης της πολυτέλειας και της κατασκευής “μεγάλων” έργων. “Το πνεύμα δεν είναι υπηρέτης κανενός αυτοκράτορα, ούτε και χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη το ασήμι, το χρυσό ή το μάρμαρο…”
